εύλαλος

-η, -ο (ΑΜ εὔλαλος, -ον)
1. ευφραδής, εύγλωττος
2. αυτός που μιλά ή ηχεί γλυκά και ευάρεστα, γλυκόλαλος, μελωδικός
μσν.
φλύαρος
αρχ.
1. αυτός που κάνει κάποιον εύγλωττο, αυτός που λύνει τη γλώσσα
2. επίθ. τού Απόλλωνος
3. επίθ. τού Άργους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + λάλος, υποχωρητικός σχηματισμός τού ρ. λαλώ].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔλαλος — sweetly speaking masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔλαλον — εὔλαλος sweetly speaking masc/fem acc sg εὔλαλος sweetly speaking neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐλάλου — εὔλαλος sweetly speaking masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐλάλους — εὔλαλος sweetly speaking masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔλαλα — εὔλαλος sweetly speaking neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔλαλε — εὔλαλος sweetly speaking masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔλαλοι — εὔλαλος sweetly speaking masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Pronunciación de los nombres de los asteroides — Anexo:Pronunciación de los nombres de los asteroides Saltar a navegación, búsqueda Esta página tiene la lista de la pronunciación en inglés de los primeros 1000 asteroides en ser numerados la mayoría del Cinturon de asteroides. Contenido 1 Lista… …   Wikipedia Español

  • Eulalia (1) — 1Eulalia, V. M. (12. Febr.) Vom Griech. εὔλαλος = wohl redend etc. – Diese hl. Eulalia war aus der Stadt Barcellona in Spanien und litt während der Verfolgung des Kaisers Diocletian. Ihre Reliquien ruhen daselbst und wurden noch im J. 1451 der… …   Vollständiges Heiligen-Lexikon

  • доброглаголивый — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  (εὔλαλος) красноречивый, приятно, усладительно говорящий …   Словарь церковнославянского языка

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.